• An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow

  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
  • An Image Slideshow
Καλό ταξίδι Βίκτωρα Σαρηγιαννίδη.

Αναδημοσίευση, 27-12-2013.

Ο ελληνικής καταγωγής διαπρεπής αρχαιολόγος Βίκτωρ Σαρηγιαννίδης «έφυγε» στα 84 του.

Τα φτερωτά λιοντάρια που είδε να στολίζουν τους νεκρικούς θαλάμους της 3ης χιλιετίας π.Χ., στο Τουρκμενιστάν συνοδεύουν τον Βίκτορα Σαρηγιαννίδη στους ουρανούς.

Ο σπουδαίος ελληνικής καταγωγής αρχαιολόγος από την Τασκένδη, που ακολουθούσε τα βήματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην κεντρική Ασία ανακαλύπτοντας πραγματικούς θησαυρούς, άφησε την τελευταία του πνοή στη Μόσχα. Ηταν 84 ετών.

Γεννημένος και μεγαλωμένος στην τότε Σοβιετική Ενωση, σπούδασε και εργάστηκε εκεί, ενώ η ψυχή του ήταν πάντα στην Ελλάδα. Κι ας μην ήξερε καλά να χειρίζεται την ελληνική γλώσσα. Αναζητούσε όμως τα ίχνη του ελληνικού πολιτισμού από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τα βάθη της κεντρικής Ασίας, σκάβοντας στο σημερινό Αφγανιστάν και το Τουρκμενιστάν μέχρι και το Ουζμπεκιστάν. Ηθελε να αποδείξει τις συγγένειες και τις επιρροές των ντόπιων από τον κρητομυκηναϊκό πολιτισμό, μέχρι και την ελληνιστική περίοδο.

Εγινε παγκοσμίου φήμης όταν επικεφαλής ρωσικής αρχαιολογικής αποστολής έσκαψε το 1978 στα βόρεια του σημερινού Αφγανιστάν, στα σύνορα με τη Ρωσία, στο Τιλιά Τεπέ, όπου άνθησε το ελληνιστικό βασίλειο της Βακτριανής για δύο αιώνες μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και έφερε στο φως έξι βασιλικούς τάφους με 20.000 χρυσά κοσμήματα ελληνιστικής και υστεροελληνιστικής τεχνοτροπίας.

Τα χρυσά αυτά για μερικά χρόνια θεωρούνταν χαμένα από το Μουσείο της Καμπούλ και ο Σαρηγιαννίδης μόνος τα έψαχνε στις διεθνείς αγορές. «Οταν χάθηκαν τα δικά μου τα μαλαματένια, κανείς δεν συγκινήθηκε» μας είχε πει. Από την έρευνά του στην Κεντρική Ασία είχε καταλήξει στο συμπέρασμα «πως όταν πήγε ο Μέγας Αλέξανδρος στην Ινδία συνάντησε κάμποσους Ελληνες. Διακόσια χρόνια πριν από την εκστρατεία του Αλεξάνδρου υπήρχαν Ελληνες στην περσική αυλή, πολεοδόμοι, αρχιτέκτονες, γιατροί». Συνεπώς, ο ελληνικός πολιτισμός είχε περάσει χρόνια πριν στην Ασία.

Στην Καρακούμ

Τα τελευταία χρόνια μοιραζόταν μεταξύ Ελλάδας και Τουρκμενιστάν, όπου συνέχιζε επί 30 συναπτά έτη για λογαριασμό της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών την ανασκαφή του στην έρημο Καρακούμ, σε ένα πελώριο ανάκτορο του Γκονκούρ (3ης χιλιετίας) στη Μαργιανή, με τους τάφους, τις αποθήκες, τις κατοικίες στρατιωτών και υπηρετών, αναζητώντας την αρχαία πόλη Γκονκούρ Τεπέ. «Στην έρημο του Καρακούμ πίστευαν ότι δεν είχε πατήσει ποτέ άνθρωπος», έλεγε ο Βίκτωρ Σαρηγιαννίδης. «Πριν από τριάντα χρόνια αποφάσισα να δω αν αυτό αληθεύει και ανακαλύψαμε όχι μόνο την παρουσία του ανθρώπου, αλλά τον πέμπτο πολιτισμό του κόσμου. Πριν, ξέραμε τους πολιτισμούς της Κίνας, της Ινδίας, της Αιγύπτου, της Μεσοποταμίας. Και τώρα γνωρίσαμε και τον πολιτισμό της Κεντρικής Ασίας, που είναι μια μικρή Μεσοποταμία. Σ' αυτά τα τριάντα χρόνια ανακαλύψαμε επτά ναούς και ένα καταπληκτικό ανάκτορο. Αυτό το ανάκτορο είναι πρωτότυπο κατά το σχέδιό του και είχε σχέση με τα ανάκτορα της Μεσοποταμίας και της Ελλάδας».

Δεν έσκαψε ποτέ σε ελληνικό έδαφος. Ελληνες συνάδελφοί του μάλιστα αμφισβητούσαν το επιστημονικό του κύρος, κάτι που δεν διανοούνταν να κάνουν κορυφαίοι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι, καλώντας τον στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου για να δώσει διαλέξεις. Και πώς θα μπορούσε κανείς να τον αμφισβητήσει, όταν τα ευρήματά του σήμερα γεμίζουν ολόκληρα μουσεία και απλώνονται σε ατελείωτα στρέμματα οι ανασκαμμένοι και αναδεδειγμένοι αρχαιολογικοί χώροι από τη δική του σκαπάνη. Φύσει σεμνός και χαμηλών τόνων άνθρωπος, δεν μιλούσε παρά μόνο για όσα του αποκάλυπταν ύστερα από μελέτη ετών οι ίδιες οι αρχαιότητες. Ασχολήθηκε με την έρευνα πεδίου πάνω από μισό αιώνα και κάτω από δύσκολες συνθήκες (μέσα στην έρημο) και σχεδόν πάντα με χρήματα λιγοστά, αξιοποιώντας και την τελευταία δεκάρα.

Από το 1952

Η επιστημονική του πορεία για την αναζήτηση του ελληνικού πολιτισμού σε αφιλόξενα ασιατικά εδάφη ξεκίνησε το 1952, όταν αποφοίτησε από το Κρατικό Πανεπιστήμιο Κεντρικής Ασίας (Τασκένδη) και το 1961 έλαβε Master Αρχαιολογίας Εγγύς και Μέσης Ανατολής από το Ινστιτούτο Αρχαιολογίας της Μόσχας. Το 1975 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ της Ιστορικής Επιστήμης της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, ενώ από το 1955 εργαζόταν στο Ινστιτούτο Αρχαιολογίας της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών (Μόσχα). Ηταν επίτιμο μέλος της Ελληνικής Ανθρωπολογικής Εταιρείας, μέλος της Αμερικανικής Εταιρείας Επιστημών (Ν.Υ.) και ισότιμο μέλος της Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων Ρωσίας.

Είχε τιμηθεί με την Ανώτατη Τιμητική Διάκριση «Μαχτουμκουλί» της Δημοκρατίας του Τουρκμενιστάν (2001), με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής της Ελληνικής Δημοκρατίας (2002), με βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, είχε ανακηρυχθεί Πρεσβευτής Ελληνισμού (1998), είχε τιμηθεί από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και είχε λάβει δεκάδες άλλες τιμητικές διακρίσεις από ελλαδικά και ομογενειακά σωματεία και οργανώσεις.

Πλούσιο ήταν και το συγγραφικό του έργο. Είχε εκδώσει 20 βιβλία στα ρωσικά, τα οποία έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά, γιαπωνέζικα και ελληνικά. Περισσότερα από 200 άρθρα του δημοσιεύθηκαν σε έγκυρα διεθνή επιστημονικά περιοδικά.


Μετά τον θάνατο του Μέγα Αλεξάνδρου το 323 μ.Χ, η αυτοκρατορία του διασπάστηκε σε τρία μικρότερα βασίλεια. Το βασίλειο της Αιγύπτου ή των Πτολεμαίων, της Μακεδονίας και των Σελευκιδών. Στο βορειοανατολικό άκρο του βασιλείου των Σελευκιδών βρισκόταν η επαρχία της Βακτριανής. Μπορούμε να αντιστοιχήσουμε την γεωγραφική επικράτεια της Βακτριανής με τα εδάφη του σημερινού βορείου Αφγανιστάν και νοτίου Ουζμπεκιστάν και Τατζικιστάν.

Το 250 π.Χ, ο διοικητής της Βακτριανής Διόδοτος αποσχίστηκε από το βασίλειο των Σελευκιδών ανεξαρτητοποιώντας την Βακτριανή. Τον διαδέχθηκε ο Ευθύδημος κατά την διάρκεια της ηγεμονίας του οποίου η Βακτριανή παρουσίασε σημαντική ακμή. Ωστόσο ο ηγεμόνας των Σελευκιδών Αντίοχος Γ’ εκστράτευσε κατά της Βακτριανής για να την επανεντάξει στο βασίλειο του. Οι εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ των ελληνικών στρατιών συνεχίστηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα  μέχρι που ο Ευθύδημος έπεισε τον Αντίοχο να προβούν σε εκεχειρία, θίγοντας τους κινδύνους των νομαδικών επιδρομών που εκμεταλλευόμενοι την αστάθεια, εισβάλλουν στην Βακτριανή λεηλατώντας και καταστρέφοντας ότι βρουν στο διάβα τους. Ο Αντίοχος επέστρεψε στην Μεσοποταμία με τα στρατεύματα του ενώ ο Ευθύδημος ανέλαβε να επαναφέρει την τάξη στην Βακτριανή.

Όταν οι πολεμιστές του Μέγα Αλεξάνδρου έφτασαν μέχρι το μακρινό Αφγανιστάν, κουρασμένοι από τις συνεχείς εκστρατείες αποφάσισαν να εγκατασταθούν μόνιμα στην τότε Βακτριανή. Κατασκεύασαν πόλεις των οποίων η πολεοδομία και η ρυμοτομία μαρτυρά την έντονη επιρροή των πόλεων - κρατών της μητροπολιτικής Ελλάδας. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν ότι οι πόλεις αυτές διέθεταν αγορές, γυμναστήρια, ανάκτορα, θέατρα, σιντριβάνια και νεκροπόλεις, δηλαδή αρχιτεκτονικά έργα που χαρακτήριζαν τις αρχαιοελληνικές πόλεις. Συγχρόνως τα ευρήματα δηλώνουν την διάδοση και τον αντίκτυπο της αρχαιοελληνικής αισθητικής στην γλυπτική, την χρυσοχοΐα και την μεταλλοτεχνία. Χαρακτηριστικά, οι μελετητές τονίζουν την υπεροχή της χαρακτικής τέχνης των ελληνοβακτριανών νομισμάτων έναντι των αμιγώς ελληνικών καθώς, όσο γερνούσε ο ηγεμόνας της Βακτριανής, «γερνούσε» και η απεικόνιση του στα νομίσματα που κυκλοφορούσαν στο βασίλειο. 

Μια από τις ελληνιστικές πόλεις της Βακτριανής ήταν η Αϊ Χανούμ (φεγγαρόμορφη γυναίκα) που πιθανόν να αντιστοιχεί στην «Αλεξάνδρεια του Ώξου». [1] Τα πανίσχυρα τείχη της πόλης δεν στάθηκαν ικανά για να την προστατεύσουν από τις νομαδικές επιδρομές των τουρανικών φυλών. Η τύχη των περισσοτέρων αστικών κέντρων παραδόθηκε στο έλεος των νομάδων πολεμιστών που έτρεψαν σε φυγή τους ελληνικούς πληθυσμούς και επιβλήθηκαν στην περιοχή.

Αξιοσημείωτη εξέλιξη αποτελεί η υιοθέτηση του ελληνιστικού πολιτισμού της Βακτριανής από τους νομάδες που την κατέλαβαν. Με την πάροδο του χρόνου αφομοίωσαν τον πολιτισμό που αντίκρισαν και οι νομάδες της τρίτης και τέταρτης γενιάς έγιναν φιλέλληνες. Τον Νοέμβριο του 1978 μια αποστολή Σοβιετικών αρχαιολόγων καταφτάνει στο βόρειο Αφγανιστάν, στα εδάφη της άλλοτε Βακτριανής. Επικεφαλής των αρχαιολογικών εργασιών ορίζεται ο ομογενής Βίκτωρ Σαρηγιαννίδης. Οι ανασκαφές λαμβάνουν χώρα σε έναν λόφο, τον Τιλιά Τεπέ (Χρυσός Λόφος) που εντοπίζεται μια νεκρόπολη με 20.000 χρυσά κτερίσματα.

Τα χρυσά και ασημένια νομίσματα προσδιορίζουν με ακρίβεια ότι στην νεκρόπολη του Τιλιά Τεπέ είχαν θαφτεί βασιλικοί απόγονοι που έζησαν μεταξύ του 1ου αι. π.Χ και 1ου αι. μ.Χ, οι πρόγονοι των οποίων ήταν οι νομάδες που επιτέθηκαν στην Βακτριανή και την κατέλαβαν. Σε έναν τάφο βρέθηκε μια βασίλισσα με χρυσό στέμμα στο κεφάλι, ξαπλωμένη στο μνήμα με βασιλική μεγαλοπρέπεια, κρατώντας ένα χρυσό σκήπτρο. Όπως είναι γνωστό, οι Έλληνες βασιλείς δεν φορούσαν στέμμα, οπότε η μορφή της νεκρής βασίλισσας παραπέμπει σε σκυθικές παραδόσεις, υποδεικνύοντας την μακρινή προέλευση των νεκρών του Τιλιά Τεπέ από τα σκυθικά, νομαδικά φύλα. Επίσης σύμφωνα με το αρχαιοελληνικό τελετουργικό ενταφιασμού, ένα πάρθιο χρυσό νόμισμα βρέθηκε στο στόμα της νεκρής βασίλισσας για να πληρωθεί στον Χάροντα το αντίτιμο της διέλευσης της Στυγός.

Στα χρυσά ευρήματα, η αρχαιοελληνική αισθητική επιρροή συνυπάρχει με εκείνη της Ινδίας, της Κίνας, της Ρώμης, της Περσίας και των φυλών του Αλτάι. Κοσμήματα όπως σκουλαρίκια με την μορφή φτερωτών Ερώτων με μογγολοειδή χαρακτηριστικά, μια φτερωτή Αφροδίτη σαν της Μήλου με την χαρακτηριστική ινδική βούλα στο μέτωπο, χρυσά περιδέραια με την μορφή ενός βασιλέα που παλεύει με δύο φανταστικά τέρατα που του επιτίθενται εξ αριστερών και εκ δεξιών και δύο πόρπες με την μορφή του Μέγα Αλεξάνδρου μαρτυρούν τον συγχρωτισμό [2] που επικρατούσε στην περιοχή.

Οι ανασκαφές προκάλεσαν το έντονο ενδιαφέρον των Αφγανών χωρικών της περιοχής που συνέρεαν τακτικά στον αρχαιολογικό χώρο για να παρακολουθήσουν την εξέλιξη των εργασιών. Κάποια στιγμή ένας ηλικιωμένος άντρας πλησίασε τον Βίκτωρ Σαρηγιαννίδη εξιστορώντας το προσωπικό του δράμα. Ο ίδιος είχε εκτάσεις και καλλιεργούσε βαμβάκι πάνω στον λόφο του Τιλιά Τεπέ. Η γυναίκα του τον έδιωξε από το σπίτι φωνάζοντας του υποτιμητικά, τι σόι άντρας ήταν αυτός που πέρασαν όλη τους την ζωή στην φτώχεια όταν υπήρχαν τόσα χρυσά κάτω από τα χωράφια του. Οι εργασίες στον αρχαιολογικό χώρο συνεχίστηκαν μέχρι τον Φεβρουάριο του 1979, όταν ένα πρωινό οι μουτζαχεντίν ιππείς εισέβαλαν στον χώρο των ανασκαφών και τον πάτησαν με τα άλογα τους. 

Η συλλογή Βίκτωρ Σαρηγιαννίδη με τα ευρήματα του Τιλιά Τεπέ εκτέθηκε το 2011 στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου.